Monday, October 18, 2010

Πάσχου ζαβολιές ή ποιά Αριστερά έχει μέλλον;


Ο Π.Μανδραβέλης δεν είναι ένας τυχαίος δημοσιογράφος. Πρόκειται για μια φωνή ενός ευρύτερου εκσυγχρονιστικού ρεύματος αλλά ο ίδιος χαρακτηρίζεται από ένα συνεπή και ορθολογικό φιλελευθερισμό. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να υποστηρίξει τις απόψεις ζωντανά σε αμφιθέατρα, με το ανάλογο προσωπικό κόστος, δεδομένου ότι ο πολιτικός πολιτισμός σε κάποιες σχολές διέπεται από κανόνες ,μπροστά στους οποίους οι συναλλαγές μεταξύ σωματεμπόρων μοιάζουν ως αριστοκρατικές. Στην θεματολογία του υπάρχουν σοβαρές κριτικές για τον κρατισμό των επιχειρηματιών, το πελατειακό κράτος, τις συντεχνίες, την κυβερνώσα εκκλησία, αλλά και η υποστήριξη των ιδιωτικοποιήσεων των ιδιωτικών πανεπιστημίων κλπ.


Ο Μανδραβέλης μαζί με τον Δήμου, το ευρύτερο ρεύμα Athens Voice, Protagon , κλπ διατυπώνουν με σαφήνεια το αίτημα για μια προσαρμογή της Ελληνικής κοινωνίας , προς δυτικοευρωπαϊκά δεδομένα, που άλλοτε αποκαλείται «εκσυγχρονισμός» εσχάτως αποκαλείται «φιλελεύθερο κέντρο» κλπ. Η περιπλοκή με το ρεύμα συνίσταται πως αν υιοθετηθούν τα προτάγματα του τότε θα έχουμε μια γενική αλλαγή, η οποία αφορά και τις ελίτ, και τους μικρομεσαίους και τα πληβειακά στρώματα. Με δεδομένη την γενετική προσκόλληση των ελίτ στο κράτος, την πελατοκρατία των κομμάτων, ο εκσυγχρονισμός αυτός μοιάζει περισσότερο ως ομάδα πίεσης, παρά απολογία ενός status. Κι’ ‘όμως από μερίδες της αριστερής δημοσιότητας το ρεύμα αντιμετωπίζεται φοβικά, ως εάν να αποτελεί το κυρίαρχο στην όχι μόνο στην δημοσιότητα αλλά και στην ίδια την λειτουργία του συστήματος. Λες και για τους εργαζόμενους και την αριστερά, το ζήτημα ενός πιο ανοικτού ή κλειστού θεσμικού και πολιτικού συστήματος είναι δευτερεύον. Ωστόσο αυτό δεν είναι το θέμα μας

Το θέμα προκύπτει από τον αυστηρό ορθολογισμό του ΠΜ, ο οποίος διατυπώνει τα επιχειρήματα του με ένα ορθολογισμό, ο οποίος «ακουμπά» περισσότερο σε αυστηρά ορθολογικές κονστρουκτιβιστικές πλευρές του σύγχρονου φιλελευθερισμού πχ των Nozick, Rayan, παρά προς την σχετικιστική διαλεκτική ενός Hayek .Για όποιον παρακολουθεί τον ΠΜ, ένα και ένα πάντα κάνουν δύο. Ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ζήτημα αξιών ,αλλά ζήτημα λειτουργίας, απλής λογικής, εφαρμογής του αυτονόητου.

Κάτω από αυτό το πρίσμα , διαπράττει μια παγαποντιά ολκής, καθώς προσπαθεί να ασχοληθεί με τον S.Zizek ,και ένα πρόσφατο βιβλίο του. Κυριολεκτικά ο ορθολογιστής Πάσχος τα κάνει «μαντάρα» ,και τελικά αποκαλύπτει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τον συντηρητικό «δεξιό» φιλελευθερισμό του.

Το άρθρο ευρίσκεται στο τέλος της ανάρτησης .

Με λίγα λόγια ο ΠΜ καταλογίζει «ανοησία» στον SZ , για τις απόψεις του για την βία, τις οποίες αμέσως προβάλει ως απολογία μιας πρωτόγονης πολιτικής τρομοκρατίας. Ταυτόχρονα σε μια περίτεχνη ντρίπλα, ο ΠΜ προσπαθεί να διασώσει τον Μαρξισμό  (ως μαρξιστής;;) από τις μεταμοντέρνες αμαρτίες του, και μάλιστα επιστρατεύει για αυτό και την Άρεντ.

Να πούμε την καθαρή αλήθεια ο ΠΜ δεν κάνει τίποτα παραπάνω από ότι μια αριστερή διανόηση της ρουτίνας ή οποία και μόνο στο άκουσμα του «μεταμοντέρνου» παραλύει από τον θυμό.

Το να εντρυφήσει κάποιος στον SZ δεν είναι καθόλου απλό. Ο τύπος είναι τόσο πληθωρικός, σχεδόν ηφαιστειώδης , με αλλεπάλληλες εκδόσεις νέων βιβλίων του, άρθρων ομιλιών σε συνέδρια σε όλο τον κόσμο, αλλά και επιμέλειες άλλων βιβλίων εκδόσεων περιοδικών κλπ. Στο σώμα αυτό παρατηρούνται γιγανταιωρήσεις, ταλαντώσεις, μεταβολές προτιμήσεων ,αναφορών και προσωπικές οξύτητες. Ακόμη ιδιόμορφες ενασχολήσεις πχ με την ποπ κουλτούρα, το Χόλυγουντ, την θεολογία, που παίρνουν εξαιρετικά πρωτότυπες μορφές, στα όρια του «εξυπνακισμού» και της φιγούρας. Ο SZ αν αποστούμε από τους εκάστοτε μπερτόδουλους χάχες της εγχώριας διανόησης που καταπίνουν αμάσητα τα πάντα, είναι αντιφατικός. Πρόκειται όμως για την πιο γόνιμη , την πιο δημιουργική, την πιο ανήσυχη αντιφατικότητα. Δεν είναι μια ταλάντωση απώλειας προσανατολισμού, αλλά ακριβώς για την μέγιστη προσπάθεια , κατανόησης του σημερινού κόσμου και την προσπάθεια διατύπωσης ενός προγράμματος της αριστεράς που να ανταποκρίνεται στις συνθήκες του 21 αιώνα.

Ο SZ δεν κατασκευάζει μανιφέστα , δεν τοποθετεί συστήματα, δεν προβαίνει σε σαφή προτάγματα. Αναδιατάσσει διαρκώς τα ζητούμενα. Αναφέρεται στην Αυτοκρατορία του Negri ως ισοδύναμο του Κεφαλαίου του Μαρξ, για να καταλήξει λίγα χρόνια μετά να αποκαλέσει τον Negri (μάλιστα στο βιβλίο που τσιτάρει ο ΠΜ..) ως ιδεολογικό συνδαιτυμόνα του Soros και Bill Gates.Περίπου τα ίδια ισχύουν για τις ιδεολογικές του σχέσεις με τους Laclau, Butler, όσον αφορά τον A.Badiou,του αφιερώνει βιβλία γιατί ο ΑΒ μιλάει στο κινητό του την ώρα που ο Ζιζεκ μιλάει, διατυπώνει τις πιο αξιόπιστες κριτικές εκ των ένδον για το έργο του ΑΒ, αλλά τον υμνεί όπου μπορεί.

Πρόκειται για ανοησία, για ασυνέπεια , για τσαρλατανισμό ;

Όχι βέβαια, πρόκειται για την σύγχρονη μη πλεγματική αναζήτηση της αριστεράς, που μόνο αν είναι πολυεδρική, πολύπρισματική θα μπορέσει να ξεφύγει από τις λιτανείες του υπαρκτού, τις νηπιακές ανησυχίες του «ορθολογικού» κεντρικού σχεδιασμού.

Ακριβώς εντός αυτού του «σώματος» εισβάλει εκ των έξω ο ΠΜ , και ασχολούμενος με μια τυπική κατηγοριοποίηση της βίας, αποσιωπώνται άλλες όπως αυτήν μεταξύ φυσικής και ιδεολογικής βίας, τσιτάρει ένα μικρό απόσπασμα για να καταλήξει σε δυο γραμμές σε μεγαλοπρεπή συμπεράσματα για τα παθήματα του Μαρξισμού. Πρόκειται για παγαποντιά ,ή οποία όμως έχει και στοιχεία δολιότητας. Για κάποιον μη εξοικειωμένο με τον SZ , παραμένει μια αίσθηση παντελούς έλλειψης τυπικής λογικής , και ακόμα υπεράσπισης της βίας ως πολιτική πρακτική, πάντα και παντού. Λες και αν ένας εγκληματολόγος βρει ένα μηχανισμό δημιουργίας του χαρακτήρα ενός παιδόφιλου, και εκ των υστέρων τον περιγράψει τεχνικά, αυτό σημαίνει ότι υιοθετεί τις πράξεις του παιδόφιλου και καλεί την κοινωνία σε αυτή. Λες και αν για κάθε φιλοσοφική διαπραγμάτευση της βίας ο καθένας πρέπει και να υπογράφει δήλωση υπακοής στο Σύνταγμα.

Περί αυτού πρόκειται

Ταυτόχρονα εδώ αναδύονται και ορισμένα θεμελιώδη για το πώς η ίδια η Αριστερά τοποθετείται ιδεολογικά στην συγκυρία. Από το άρθρο του ΠΜ είναι φανερό πως οι συντηρητικές μερίδες της διανόησης, ασφαλώς προτιμούν μια αριστερά στις τεμπέλικες, κρατικιστικές, μεγάλες αφηγήσεις της, που της δημιουργούν μεγάλα ακροατήρια και ίσως εκλογικά ποσοστά, αλλά τελικά γίνονται βορά στις ορέξεις και του πιο τυχαίου. Μια αριστερά όμως που δεν απεμπολεί τις αξίες της ,αλλά σκέφτεται περιστροφικά, άλλοτε αδιέξοδα, άλλοτε ελλειπτικά , δηλαδή μια θετικά μεταμοντέρνα αριστερά , είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Και έτσι ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπιστεί είναι ο κανιβαλισμός και η τσιτατοποίηση .

Η ιδιότυπη πρεμούρα του ΠΜ, δείχνει ακριβώς και τον δρόμο. Ο SZ είναι επικίνδυνος γιατί είναι εξοργιστικά μεταμοντέρνος, ανήσυχος, πείσμων και παιγνιώδης. Με αυτές τις ιδιότητες είναι και ενοχλητικός εντός αριστεράς, η οποία άλλοτε αποσιωπά τις θέσεις του, άλλοτε κάνει αυτό που κάνει ο ΠΜ από την ανάποδη τον τσιτάρει μονομερώς.

Συνδέσεις
Π.Μανδραβέλη: "Η ΄βία ως μαμή της ανοησίας"

Sunday, October 17, 2010

Ιστορίες αμφισβήτησης και αισοδοξίας:Το παγκάκι


Θα παραθέσουμε σε συνέχειες πραγματικές ιστορίες από προσπάθειες εργαζομένων να αντιρροπήσουν την κρίση με αυτενέργεια,δημιουργικότητα και  μάχιμη αισιοδοξία.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το ιστολόγιο της πρωτοβουλίας "το παγκάκι"

Πάνε δύο χρόνια σχεδόν από τη στιγμή που η μικρή ομάδα ανθρώπων που σήμερα εργαζόμαστε στο «Παγκάκι» της Γ. Ολυμπίου στο Κουκάκι, αρχίσαμε να συζητάμε την ιδέα δημιουργίας ενός καφενείου, ενός χώρου συνεύρεσης.


Η ιδέα ξεκίνησε από την κοινή ανάγκη να δώσουμε λύση στο πρόβλημα«εργασία». Οι περισσότερες από μας είμαστε νέες άνεργες, κάποιοι από μας εργαζόμενοι σε επισφαλή επαγγέλματα και σε συνθήκες εχθρικές προς κάθε έννοια αξιοπρέπειας και δημιουργικότητας. Θελήσαμε λοιπόν να δοκιμάσουμε έναν άλλο τρόπο εργασίας, συλλογικό, με σχέσεις σεβασμού, συντροφικότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά μας.
Η επιθυμία μας για αυτό το πείραμα μας έφερε κοντά στα τέλη του 2008. Δεν βρεθήκαμε τυχαία. Οι δρόμοι μας συνέκλιναν σταδιακά από διαφορετικές πορείες. Εμπνευστήκαμε από πρωτοβουλίες ανθρώπων και κινημάτων σε όλο τον κόσμο που σε συνθήκες κρίσης, αντί να παραδοθούν στην απελπισία και την εξαθλίωση, επιχείρησαν να δώσουν συλλογικές απαντήσεις στο πρόβλημα της καθημερινής επιβίωσης. Ακουμπήσαμε επίσης στην εμπειρία που μας προσέφερε η συμμετοχή μας στον συνεταιρισμό εναλλακτικού και αλληλέγγυου εμπορίου «ο Σπόρος» και τολμάμε να επιχειρήσουμε στην πράξη μια διαφορετική πρόταση στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Μια πρόταση που ακόμα διαμορφώνεται και γι’ αυτό δεν είναι εύκολο να την περιγράψουμε ολοκληρωμένα.


Αυτό που επιχειρούμε να δημιουργήσουμε με αυτό το καφενείο είναι μια κολεκτίβα εργασίας. Η νομική μορφή που επιλέξαμε -επειδή στην Ελλάδα δεν κατοχυρώνεται νομικά η κολεκτίβα εργασίας- είναι ο αστικός συνεταιρισμός [το καταστατικό μας]. Ένας συνεταιρισμός αλλιώτικος, χωρίς μετόχους-ιδιοκτήτες και ένας χώρος εργασίας χωρίς υπαλλήλους και αφεντικά.

Έτσι, αυτό το καφενείο ανήκει σε όσους και όσες κάθε φορά το δουλεύουν μετέχοντας στη συλλογικότητα. Για τη δημιουργία του συνεισφέραμε όλα τα μέλη ανάλογα με τις οικονομικές μας δυνατότητες αναλαμβάνοντας όμως από κοινού το ρίσκο και την ευθύνη.

Τα όποια κέρδη προκύπτουν μετά την πληρωμή των μισθών δεν μοιράζονται, αλλά μετά τη δημιουργία ενός αποθεματικού ταμείου και την εξόφληση του εσωτερικού δανείου (που θα επιτρέψει και την τυπική ανεξαρτησία του συνεταιρισμού από τα νυν μέλη του) θα χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση συλλογικών εγχειρημάτων ανάλογης λογικής και προοπτικής.

Βασικό όργανο λήψης αποφάσεων είναι η συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού που αποτελείται από τις κάθε φορά εργαζόμενες. Ο τρόπος λήψης των αποφάσεων επιδιώκουμε να εμπεριέχει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση όλων των μελών.

Η πρότασή μας έχει πολύ δρόμο για να ολοκληρωθεί. Δεν είναι όμως μια πρόταση που αφορά μόνο εμάς, ένα εγχείρημα για να λύσουμε το ατομικό πρόβλημα εργασίας της καθεμιάς μας. Θέλουμε να αποτελέσει μια εμπειρία που θα χρησιμεύσει σε πολύ περισσότερους από εμάς. Η δράση μας εντάσσεται σε ένα συνολικό ρεύμα κοινωνικής αλλαγής, σε μια παγκόσμια κινηματική διαδικασία που αγκαλιάζει όλες τις πλευρές της ζωής, που αντιστέκεται στις κυρίαρχες συνθήκες, που εξερευνά και δημιουργεί νέους τρόπους ζωής.

Πέρα από το εργασιακό, στο χώρο αυτό επιδιώκουμε να χωρέσουμε τις επιθυμίες μας συνολικά, στο βαθμό που είναι εφικτό. Με αυτό το κριτήριο προτιμήσαμε -στο μέτρο του δυνατού- τη συνεργασία με μικρούς παραγωγούς ή κοινότητες παραγωγών, επιλέξαμε να σερβίρουμε και να διακινούμε προϊόντα εναλλακτικού/αλληλέγγυου εμπορίου (καφέ από ζαπατιστικούς συνεταιρισμούς του Μεξικού, ζάχαρη από το Κίνημα των Χωρίς Γη στη Βραζιλία κ.ά.) διατηρώντας παράλληλα τις τιμές του καφενείου προσιτές σε όλους. Επίσης, επιλέξαμε να ακούμε και να προωθούμε μουσικές ελεύθερες (Creative Commons, Public Domain και ανεξάρτητες παραγωγές), επειδή δεν μας αρέσουν τα «πνευματικά δικαιώματα» που πνίγουν τη μουσική δημιουργία και οι καρποί τους μόνο στα χέρια των καλλιτεχνών δεν φτάνουν. Με το ίδιο κριτήριο επιλέγουμε και θέλουμε να λειτουργεί το καφενείο και ως χώρος φιλοξενίας εκδηλώσεων ενημέρωσης/προβληματισμού και πρωτοβουλιών που ανιχνεύουν δρόμους αυτοδιαχείρισης, αυτοοργάνωσης και άμεσης δράσης.

Ξέρουμε πως όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν λίγα και αποσπασματικά. Οι δυσκολίες και οι αντιφάσεις είναι μπροστά σε κάθε βήμα μας. Θέλουμε όμως να ψάξουμε συλλογικές και όχι ατομικές απαντήσεις και να τις δοκιμάσουμε στην πράξη μαθαίνοντας από την ιστορική εμπειρία ανάλογων εγχειρημάτων. Θέλουμε να δοκιμάσουμε μια καθημερινότητα που θα περιλαμβάνει την εργασία σαν αναπόσπαστο δημιουργικό κομμάτι της και όχι σαν σκλαβιά, σαν ένα χρόνο μέσα στη μέρα που θέλει κανείς να τον ξεχάσει.

Φτιάξαμε λοιπόν αυτό το καφενείο. Το καφενείο μας. Είναι ανοιχτό από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Προσφέρουμε καφέ, βότανα, χυμούς, αναψυκτικά, ρακί, ούζο, μπύρες, ποτά και φυσικά τα απαραίτητα συνοδευτικά μεζεδάκια. Πάνω απ’ όλα όμως θέλουμε να προσφέρουμε ένα χώρο συνάντησης, ψυχαγωγίας και δημιουργίας, να μοιραστούμε ερωτήματα, ιδέες και όνειρα. Να μοιραστούμε μαζί σας «Το Παγκάκι»...

Ο ιστότοπος του "Παγκακι" εδώ.

Saturday, October 16, 2010

A.Badiou.Αριστερισμός-Μανιχαισμός-Άγγελος-Ήρωας


Μπορούμε να ονομάσουμε «κερδοσκοπικό αριστερισμό» (speculative leftism) όποια σχολή σκέψης που θεμελιώνεται στην υπόθεση μιας απόλυτης έναρξης. Ο «κερδοσκοπικός αριστερισμός» φαντάζεται ότι η παρέμβαση αυτοεξουσιοδοτείται από μόνη της, ότι διασπά μια κατάσταση πραγμάτων ,με μοναδική βοήθεια την δική της αρνητική θέληση.


Αναλαμβάνει το φαντασιακό στοίχημα για μια απόλυτη καινοτομία ,δηλαδή να «διασπάσει την ιστορία του κόσμου στα δύο» και αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η πραγματικότητα των συνθηκών και οι πιθανότητες της παρέμβασης είναι πάντα η κυκλοφορία ενός ήδη αποφασισμένου Συμβάντος .Με άλλα λόγια υπάρχει μια προϋπόθεση, σιωπηρή ή ρητή, ότι προϋπάρχει ήδη μια παρέμβαση.

Ο «κερδοσκοπικός αριστερισμός» γοητεύεται από την από το συμβατικό «υπέρ ένα» , και στο όνομα αυτού του «υπέρ ένα» μπορεί να αρνηθεί οποιαδήποτε συνάφεια με την δομημένη κατάσταση της επιμέτρησης του «ένα». Δεδομένου ότι η δομή του «υπέρ ένα» είναι το «Δύο» , το φαντασιακό μιας απόλυτης εκκίνησης οδηγεί αναπόφευκτα όλες τις μορφές της σκέψης σε μια Μανιχαική υπόσταση. Η βία αυτής της λανθασμένης σκέψης θεμελιώνεται στην αναπαράσταση της σε ένα φαντασιακό «Δύο» του οποίου η προσωρινή εκδήλωση υπογράφεται μέσω του «υπέρ ένα» ως Επανάσταση ή Αποκάλυψη.

Αυτή η σκέψη δεν γνωρίζει ότι ένα Συμβάν υπάρχει μόνο εάν υποβληθεί ,μέσω μιας παρέμβασης η οποία απαιτεί μιαν επιστροφή-υποτροπή , και άρα Μη έναρξη , μιας δομημένης και διεπόμενης από κανόνες κατάστασης. Με αυτήν την έννοια κάθε καινοτομία είναι σχετική και ευανάγνωστη μόνο μετά το Συμβάν , όπως ο κίνδυνος είναι αναγνωρίσιμος εκ των υστέρων σε σχέση την ομαλότητα.

Αυτό που η θεωρία του Συμβάντος μας διδάσκει είναι ότι η προσπάθεια βασίζεται στην παρακολούθηση των συνεπειών ενός Συμβάντος και όχι σε καμία δοξολογία της διεξαγωγής του. Ποτέ δεν υπάρχει ο άγγελος αλλά αντιθέτως ο ήρωας του Συμβάντος.

A.Badiou Being & Event p 210

Friday, October 15, 2010

Αντίδοτο αντιμνημονιακών αντιχρημαστηριακών αυταπατών


Δημοσιεύουμε το τελευταίο editorial των Θέσεων
Ο λόγος είναι απλός.Παρακολουθούμε άφωνοι μια γενική δημοσιότητα εντός αριστεράς ,που βασίζεται σε σχεδόν εμβρυακές πολιτικά παραδοχές, που το μόνο που κάνουν είναι να ευχουχίζουν τις δυνάμεις της εργασίας.
α.-Ύπάρχει ένα ρητό διακύβευμα ναι όχι στο μηνμόνιο
β.-Υπάρχει μια χρηματιστηριακή κρίση, και ένας οικονομικός προσανατολισμός προς την "γειωμένη" πραγματική οικονομία λύνει το πρόβλημα
γ.-Υπάρχει μια λύση εξόδου απο το Ευρώ, και στάση πληρωμών ,λες και αν η λύση αυτή οψέποτε  πλησιάζει δεν θα τρέξουν όλοι να βγάλουν τα ευρουδάκια τους οπουδήποτε αλλού εκτός της "δραχμικής" Ελλάδας,βυθίζοντας τα πραγματικά εισοδήματα.
Η κρίση είναι οδυνηρή, και για αυτό ίσως τροφοδοτεί πολύ εύκολα ανακλαστικά μιας απλότητας.Είναι δικαιολογημένη η απλότητα μόνο που αυτή είναι το θεμέλιο του δεξιού λαικισμού ο οποίος θα εισπράξει τα κέρδη τελικά,οσονούπω.
Αντίδοτο στις ευκολίες παραμένουν οι "Θέσεις" .Δεν συμφωνούμε σε όλα,αλλά συμφωνούμε στο βασικό.Οι  ευκολίες κάνουν κακό στην τέχνη και την πολιτική.

ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΜΕ ΑΡΧΕΣ

Η ΑΡΡΑΓΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΜΠΛΟΚ

1. Εμμονές

Ξαφνικά, χωρίς κανείς να αισθάνεται την ανάγκη να αιτιολογήσει μεταστροφές και ανανήψεις, όλη η Ελλάδα ζει την «αντιμνημονιακή εξέγερση». Πιστοί στις παραδόσεις του «αδούλωτου έθνους» των πάλαι ποτέ μισθοφόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξύπνησε στα βάθη της νεοελληνικής ψυχής η ανάγκη για «αντίσταση στην επιδρομή των ξένων» που «υποθηκεύει» το μέλλον και «απομυζά τον μόχθο» του λαού. Και σε αυτό το προσκλητήριο δεν έχει λείψει σχεδόν κανείς.

Από τους «αντιιμπεριαλιστές» παλαιο-«κομμουνιστικού» τύπου έως τους πατριδογνώστες ή/και lifestyle υποψηφίους της σώφρονος αντιπο-συν-πολίτευσης. «Εξαναγκάστηκε να παραβεί τις αρχές του» δηλώνει με αφοπλιστική αθωότητα για το ΠΑΣΟΚ ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναφερόμενος στη σύναψη της δανειακής σύμβασης και την υπογραφή του Μνημονίου, «αλλά το έκανε για να σώσει την πατρίδα από τη χρεωκοπία». Όπως άλλωστε τον μιμήθηκε και ο ακροδεξιός ΛΑΟΣ, σύμμαχός του σε όλα τα μεγάλα. Αντιμνημονιακός «ως πολίτης» είναι ο υποψήφιος περιφερειάρχης του ΠΑΣΟΚ, καίτοι η υπευθυνότητά του ως πολιτικού του «επιβάλει» την αποδοχή του Μνημονίου. Αντιμνημονιακός είναι και ο Σαμαράς – καθώς και η «λαϊκή» ΝΔ – που χαρακτηρίζει το Μνημόνιο «τρύπιο κουβά», τονίζοντας μάλιστα ότι «δεν μηδενίζει το έλλειμμα, αλλά τροφοδοτεί τη διόγκωση του χρέους». Το ίδιο άτεγκτος κατά του Μνημονίου είναι και ο μακεδονομάχος νομάρχης Ψωμιάδης, ανακαλύπτοντας και αυτός όπως ο αρχηγός του εν όψει των εκλογών τη «μεγάλη διαχωριστική γραμμή», μιας και «δεν ανήκουν στην ίδια παράταξη μ’ εμάς όσοι στήριξαν το μνημόνιο».

Με τις πολλές αποχρώσεις της η πάσης φύσεως Αριστερά βρίσκει στο Μνημόνιο έναν απόλυτο εχθρό που τη βοηθάει να ξαναχαράξει νοητικά τη δική της ιδιαίτερη φυσιογνωμία απέναντι στον μεγάλο ταξικό εχθρό – αλλά και τους πολλούς μικρούς που θολώνουν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα υπαρκτά αριστερά στρατόπεδα. Έτσι το ΚΚΕ «συνδέει» την πάλη ενάντια στον δικομματισμό με τον αντιμνημονιακό αγώνα, που διαχρονικά στοχεύει στη «Λαϊκή Εξουσία», αυτή που μετά από 20 χρόνια εμβριθούς μελέτης ακόμη αδυνατεί να μας εξηγήσει γιατί κατέρρευσε. Για τον «μετωπικό» Αλαβάνο είναι αυτονόητο ότι η περιφέρεια Αττικής υπό την ηγεσία του θα είναι άβατη για την Τρόικα και τους «ξένους» που αυτή την περίοδο έχουν την Ελλάδα σε κατοχή. Για τον Συνασπισμό το Μνημόνιο είναι η λυδία λίθος για να προκύψει το «αριστερό ρήγμα» στο ΠΑΣΟΚ, ενώ για την υπόλοιπη εκτός των τειχών Αριστερά δεν υπάρχει έστω και η ελάχιστη πολιτική στόχευση χωρίς την αναφορά στο Μνημόνιο και τον «ολέθριο για το λαό» ρόλο του.

Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, όλο το φάσμα του συνταγματικού τόξου αλλά και εντεύθεν να συμφωνεί με ή χωρίς όρους για τον «καταστροφικό» ρόλο του Μνημονίου; Γιατί τόση επένδυση σε αυτή τη δανειακή σύμβαση και τις ρήτρες αποπληρωμής που τη συνοδεύουν;

2. Προφάσεις

Η ερμηνεία για την παραπάνω διασυνοριακή ταύτιση μπορεί να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο: Ο («)αγώνας(») υπέρ-εναντίον του Μνημονίου έχει να προσφέρει πολλές υπηρεσίες, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.

Για την Κυβέρνηση και το ιανοπρόσωπο ΠΑΣΟΚ είναι απλώς ο τετραγωνισμός του κύκλου: ένας αγώνας δρόμου στη διάρκεια του οποίου προσπαθεί να πείσει το «έθνος» ότι το έσωσε από τη χρεωκοπία, έστω και με μερικές εκπτώσεις στην «ιδεολογία» του. Δηλαδή την «κοινωνική δικαιοσύνη» που κάπως μπήκε στο περιθώριο με τις άγριες περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις αδιακρίτως ύψους και κοινωνικής κατηγορίας του αποδέκτη. Πιστό στην αρχή ότι η κοινωνική πειθάρχηση αφορά κυρίως τους από κάτω που ενδέχεται να μπουν κάποτε σε δεύτερες σκέψεις...

Για τη ΝΔ και τον πρόσφατο λαϊκό «κοινωνισμό» της, ο στιγματισμός του Μνημονίου είναι η μέθοδος ρήξης με το διαχειριστικό παρελθόν της και την προεκλογικά υπεσχημένη περιοριστική πολιτική. Δίνει την ευκαιρία για κάποιου τύπου επανασύνδεση με κεϋνσιανές ρητορείες περί «στραγγαλισμού» της οικονομίας, απουσίας αναπτυξιακής προοπτικής και φορολογικής αφαίμαξης των «νοικοκυραίων».

Για μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς προσφέρει τη μοναδική ευκαιρία επανασύνδεσης με τις τόσο προσφιλείς θεωρίες της «εξάρτησης» του ελληνικού καπιταλισμού και της «χώρας», που κάπως είχαν ατονίσει όταν η τελευταία βρέθηκε στον σκληρό πυρήνα της νομισματικής ένωσης. Ο αγώνας ξαναβρίσκει μετά από καιρό και πάλι τους «ξένους», τους ντόπιους «πράκτορές» τους, τα σατανικά σχέδια που φτάνουν μέχρι την κατάρρευση της χώρας και που ως ελάχιστο κοινό παρονομαστή έχουν την αφαίμαξη του όποιου παραγωγικού πλούτου έχει μείνει σε μια χώρα της «περιφέρειας».

Όμως ποια είναι η πραγματικότητα του Μνημονίου;

3. Πραγματικότητα

Η απόδοση των ευθυνών για τη δημοσιονομική αστάθεια και την έκρηξη των ελλειμμάτων είναι ταυτόσημη με την αντιστροφή αιτίου και αποτελέσματος, κάπως σαν το κάρο που μπαίνει μπροστά από τα άλογα. Αλλά δεν πρόκειται για λογική ανακολουθία: είναι μια χρήσιμη πολιτική που έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση των ταξικών συμμαχιών και την ενίσχυση των σχέσεων κυριαρχίας-υποταγής στην κοινωνία.

Όταν μιλάς για τον καταναγκασμό που επιβάλουν οι δανειστές αποφεύγεις να μιλήσεις για την πολιτική που οδήγησε στη διόγκωση του χρέους και την έκρηξη των ελλειμμάτων, περιβάλεις με «μνημονιακό» πέπλο τις ταξικές πολιτικές που οδήγησαν στην κρίση και διαμορφώνουν καθημερινά τη βία της αναδιάρθρωσης. Οι δανειστές απλώς υπενθυμίζουν τις συναινετικά αποδεκτές «αλήθειες» του νεοφιλελευθερισμού και αφήνουν στην κρατική διαχείριση να επιλέξει τα όπλα και την ένταση της «προσαρμογής».

Αν ο πυρήνας της σημερινής ολομέτωπης επίθεσης ορίζεται από το δημόσιο χρέος, τότε η δημιουργία του αποτελεί έκφραση της ταξικής φύσης της πολιτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ των δύο τελευταίων δεκαετιών. Μάλιστα μπορεί σε αυτό να δει κανείς ανάγλυφο το «θαύμα» του εκσυγχρονισμού: από το 1997 έως το 2007 αυξήθηκε το ΑΕΠ κατά 44% γεγονός που θα μπορούσε να είχε επιφέρει σημαντική μείωση του χρέους. Αντί γι’ αυτό το χρέος αποτέλεσε μια σταθερή πηγή αναδιανομής εισοδήματος: «Έμεινε» σταθερό χάρη στη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη του κεφαλαίου και την εισαγωγή μίας πλειάδας φοροαπαλλαγών που συνιστούν νόμιμη φοροαπαλλαγή, ενώ η χρηματοδότησή του δημιούργησε μια επικερδή σφαίρα τοποθέτησης κεφαλαίων για τους Έλληνες και αλλοδαπούς δανειστές του ελληνικού κράτους.

Άραγε ανάγεται στο Μνημόνιο το γεγονός ότι στο ελληνικό φορολογικό σύστημα κυριαρχούν οι έμμεσοι φόροι επί των συναλλαγών και της κατανάλωσης, που πλήττουν κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα και τα λαϊκά στρώματα; Ή ότι οι άμεσοι φόροι το 2008 ως ποσοστό της συνολικής φορολογίας ήταν 24,5% στην Ελλάδα έναντι 34,3% στην ΕΕ-27; Ή μήπως το Μνημόνιο εισήγαγε τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των μικρών επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων, μέσω της οποίας οικοδομήθηκε τη μεταπολεμική περίοδο η συμπαγής ταξική συμμαχία των κοινωνικών αυτών μερίδων με το κεφαλαιακό μπλοκ, με απαραίτητο συμπλήρωμα την κρατική ευλογία στην «ανεπάρκεια» των εισπρακτικών μηχανισμών, διανθισμένη και με αρκετά εκτεταμένη διαφθορά;

Οφείλεται μήπως στο Μνημόνιο ότι η απαιτούμενη από τη δανειακή σύμβαση περικοπή των μισθών και συντάξεων για «εξοικονόμηση» 1,8 δις € έγινε με ενιαίο τρόπο χωρίς εξαίρεση των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων; Ή μήπως εκεί πρέπει να αναζητηθεί η αιτία της διαχειριστικής επιλογής του Υπουργείου Οικονομικών, που απεφάνθη ότι οι υστερήσεις από την πλευρά των εσόδων θα καλυφθούν με νέες περικοπές στην «πλευρά των δαπανών». Ή τέλος το Μνημόνιο έχει την ευθύνη για τις απευθείας προμήθειες φαρμάκων και υλικών από τα κρατικά νοσοκομεία σε αστρονομικές τιμές, που συχνά είναι δια νόμου κατοχυρωμένες, και που αποτελούν βασική αιτία, μαζί με την κακοδιαχείριση, για την παραγωγή δυσθεώρητων ελλειμμάτων που φορτώνονται στα ταμεία και τα οποία «επιτάσσουν» την «εξυγίανση», με τη σύνταξη να γίνεται μαγική εικόνα που εξαφανίζεται στο βάθος του ορίζοντα της ζωής;

Και για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα του Προϋπολογισμού 2011, ποια είναι η ευθύνη του Μνημονίου στη σχεδιαζόμενη, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, καταβαράθρωση των άμεσων φόρων, από τους οποίους το 2011 προϋπολογίζονται λιγότερα έσοδα (21,1 δις €) από τις εκτιμώμενες πραγματοποιήσεις κατά το τρέχον έτος (21,4 δις €); Όταν μάλιστα το Μνημόνιο ρητά αναφέρει ότι πρέπει να αυξηθούν τα έσοδα από άμεσους φόρους και οι Financial Times επισημαίνουν ότι «το κράτος χρειάζεται απεγνωσμένα να επιταχύνει τον ρυθμό της είσπραξης φόρων. Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα επί χρόνια, που αποκαλύφθηκε άγρια (και στην πραγματικότητα συνέβαλε) στην κρίση. Τα φοροέσοδα ήδη υπολείπονται των προβλέψεων για φέτος, με αύξηση μόνο 9% σε σχέση με την πρόβλεψη για 14%. Αν θέλει να καταφέρει η Ελλάδα κάποτε να πληρώσει τα χρέη της – που προβλέπεται να φτάσουν στο 140% του ΑΕΠ του χρόνου, ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να αρχίσει να πληρώνει τους φόρους του» (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

4. Συμμαχίες

Είναι όμως η παραίνεση αυτή κοινωνικά ενεργή; Είναι οδηγός πολιτικής για την κρατική διαχείριση; Είναι οι διαχειριστές πειθήνια όργανα του Μνημονίου και των διεθνών καθοδηγητών ώστε να διαταράξουν τις παραδοσιακές κοινωνικές συμμαχίες στο εσωτερικό του αστικού μπλοκ εξουσίας; Η εικόνα που διαμεσολαβείτο έως σήμερα από τους χειρισμούς της κυβέρνησης, τις επιταγές της συγκυρίας και τη δραστική εξασθένηση της εργασίας στην κρίση, δημιουργούσε την αίσθηση χαλάρωσης των δεσμών στο εσωτερικού του αστικού μπλοκ εξουσίας: «... παραδοσιακά κοινωνικά στηρίγματα του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας που βρίσκονταν επί δεκαετίας στην προστατευτική σκιά της φορολογικής και εισφοροεισπρακτικής ασυλίας, ... ξαφνικά καλούνται να καταβάλουν έστω κάτι συμβολικό στα «κοινωνικά» αποθεματικά ...» (Editorial τ. 112). Η πειθάρχηση της εργασίας δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για αναθεώρηση κάποιων παραχωρήσεων προς το «μικρό κεφάλαιο», προσφιλές αντικείμενο του πόθου στην πολιτική των συμμαχιών της κάθε Αριστεράς.

Οι ρυθμίσεις για την περαίωση έβαλαν όμως (προσωρινά;) τα πράγματα στη θέση τους. Η ύφεση ως πολιτική εκκαθάρισης μέσα στην κρίση διόγκωσε την κοινωνική δυσφορία και από την πλευρά του μικρού κεφαλαίου και των αυτοαπασχολούμενων σε σημείο που φάνηκε ότι δύσκολα αντιμετωπίζεται. Ιδιαίτερα στο φόντο των κυβερνητικών εξαγγελιών για «πάταξη της φοροδιαφυγής», που στην τρέχουσα κατάσταση κοινωνικής αποσταθεροποίησης φάνηκαν να συμπαρασύρουν τις ιερές αγελάδες του μετεμφυλιακού κράτους, τις ιστορικά διαμορφωμένες ταξικές συμμαχίες του κεφαλαίου.

Το κόμμα του κράτους, οι νοικοκυραίοι που βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της φορολογικής ασυλίας, αυτοί που πληρώνουν μεροκάματα πείνας σε ανέργους σε απόγνωση, εκείνοι που δεν δεσμεύονται από τη νομοθεσία για τις ελάχιστες αμοιβές γιατί «δεν βγαίνουν», που δεν αποδίδουν ΦΠΑ ούτε και ασφαλιστικές εισφορές γιατί επιβαρύνουν «δυσβάστακτα» το κόστος εργασίας, αυτοί που απασχολούν «παράνομους» μετανάστες για να τους καταγγείλουν στο τέλος ώστε να αποφύγουν να τους πληρώσουν, όλοι αυτοί που δημιουργικά συμβάλλουν στην ελαστικοποίηση και εξαχρείωση των εργασιακών σχέσεων μαζί με τους «νομοταγείς» συνεταίρους τους, άρχισαν να εξαγριώνονται και να απαιτούν «ευνοϊκές ρυθμίσεις» από το κράτος-προστάτη. Αυτή η αναταραχή στο ευρύτερο μπλοκ εξουσίας απαιτούσε παρέμβαση, ώστε να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη αποδέσμευσή τους και περιήγηση στην προσφιλή για αυτή την κοινωνική κατηγορία «αχανή στέπα» στα άκρα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός έσπευσε να βάλει τέλος στους όποιους φόβους του ευρύτερου μπλοκ των στηριγμάτων της εξουσίας: Από τη μια οι φορολογικοί συντελεστές των ΑΕ και ΕΠΕ θα μειωθούν «εδώ και τώρα» από το 24% στο 20%, με τις πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις να ακολουθούν κατά πόδας, από την άλλη θα αμειφθούν όσοι εκπρόσωποι του κεφαλαίου κατά σύστημα ή ευκαιριακά εισφοροδιαφεύγουν και φοροδιαφεύγουν – ακόμη και όσοι έχουν εκδώσει πλαστά τιμολόγια – καθώς θα κληθούν να «περαιώσουν» τις οφειλές τους προς το Δημόσιο με χαριστικούς όρους. Με αυτό τον τρόπο και με την ικανοποίηση των παγίων αιτημάτων ακόμη και των πλέον καθυστερημένων μερίδων του κεφαλαίου δείχνει η κυβέρνηση πόσο σοβαρά λαμβάνει υπόψη ακόμη και τις συστάσεις των δανειστών για συνεπή εκτέλεση του προϋπολογισμού κατά το σκέλος των εσόδων.

Από πού θα καλυφθεί λοιπόν το έλλειμμα; Εδώ εισβάλει η λογική του Μνημονίου, η αναγκαιότητα να πληρωθούν εις το ακέραιο οι δανειστές. Με διάφορα προσχήματα θα επιχειρηθεί νέα φορολογική επιδρομή στα λαϊκά στρώματα: για να «παταχθεί» το λαθρεμπόριο καυσίμων θα αυξηθεί το πετρέλαιο θέρμανσης, για να εξαφανιστούν οι ανισορροπίες θα μεταταχθούν είδη πρώτης ανάγκης στον ακριβό ΦΠΑ, θα αυξηθεί αναλογικά περισσότερο το κόστος των υπηρεσιών της ΔΕΗ για τα νοικοκυριά συγκριτικά με τις επιχειρήσεις, ενώ αναμένονται και άλλες δράσεις παρόμοιας κοπής και έμπνευσης.

Και εδώ δεν χρειάστηκε η παραμικρή «τεχνική βοήθεια» από την Τρόικα. Ούτε η εκδικητική για το «έθνος» κατοχική μανία του Μνημονίου. Όλες οι επιλογές κινούνται μέσα στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που προϋπήρχε της δανειακής σύμβασης, είχε επιμελώς εγκαθιδρυθεί σε αγαστή διαδοχή από τις κυβερνήσεις του εκσυγχρονισμού και της δεξιάς παρένθεσης, και με συνέπεια συνεχίζεται με την εμπνευσμένη ηγεσία ενός πρωθυπουργού που μέσα σε ένα χρόνο, αφότου τελικά αποφάσισε ότι «θέλει» να αναλάβει τα ηνία της κρατικής διαχείρισης, διακηρύττει με συνέπεια ό,τι αντιφατικό και αλλοπρόσαλλο κυκλοφορεί στη νεοφιλελεύθερη αγορά, ενορχηστρώνοντας τη μεγαλύτερη επίθεση που έχει γίνει κατά της εργασίας στην Ελλάδα, καλυπτόμενος πίσω από συχνά ανύπαρκτους καταναγκασμούς του Μνημονίου.

Αν πρέπει για κάτι να κατηγορήσει κανείς τους δανειστές είναι ότι παρά τη ρητορική για νοικοκύρεμα του κράτους εκείνοι δεν χάνουν την ευκαιρία να συμβάλλουν στον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών επιβάλλοντας επιτόκιο της τάξης του 5% αντί του «νόμιμου» 3% για τον μηχανισμό στήριξης. Ίσως όμως να γνωρίζουν κάτι παραπάνω και με τα υψηλότερα επιτόκια να προεξοφλούν κάποιο μελλοντικό haircut στο δημόσιο χρέος ...

5. Εξαγγελίες

Αν αυτή είναι μια σχετικά ασφαλής εικόνα της συγκυρίας, τότε λίγη σχέση με την πραγματικότητα έχουν οι δοξασίες που στον προϋπολογισμό του 2011 βλέπουν τις «συνωμοσίες» των δανειστών και του Μνημονίου. Αν είναι προφανής πραγματικότητα η ανάγκη εξυπηρέτησης του ογκούμενου δανεισμού που οδηγεί τους τόκους το 2011 σε 15,8 δις ευρώ από 13,2 δις το 2010, αυτό δεν δικαιολογεί την επίκληση ενός νεκρού κεϋνσιανισμού που εστιάζει στην «πραγματική οικονομία» αντί για τις τράπεζες και το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο, που περνάνε τις ζημιές της κρίσης στις «πλάτες των λαών».

Κατ’ αρχάς διότι πραγματική είναι η οικονομία που παράγει κέρδος, σε οποιαδήποτε σφαίρα οικονομικής δραστηριότητας και αν ανήκει. Η διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και χρηματοπιστωτική σφαίρα είναι μια βολική επινόηση για τον εσωτερικό ανταγωνισμό στο μπλοκ του κεφαλαίου αλλά δεν βοηθά – μάλλον υποσκάπτει – την προσπάθεια της εργασίας για ερμηνεία και απάντηση στην κρίση. Είναι ο μοχλός με τον οποίο επιχειρείται να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου και η κρίση των δημόσιων οικονομικών σε κρίση της εργασίας. Που υφίσταται την επίθεση με ομοιογενή και ομοιόμορφο τρόπο είτε βρίσκεται στην «πραγματική» οικονομία, είτε στα χρηματοπιστωτικά, είτε στις υπηρεσίες της κρατικής διαχείρισης. Για να υποστεί τη ριζική υποβάθμιση θέσης και εισοδήματος – παρόντος και μελλοντικού – μέσω της απαξίωσης των εργασιακών, μισθολογικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων.



Η κατεύθυνση θεραπείας των δημόσιων οικονομικών αναλύθηκε διεξοδικά σε όσα προηγήθηκαν. Η πολιτική που ακολουθείται αποτελεί μοχλό για το βάθεμα της ύφεσης, ως μέσου εκκαθάρισης στην κρίση. Η «πρόβλεψη» για ισπανικού επιπέδου ανεργία της τάξης του 15% δείχνει το δρόμο, ενώ η συνέχεια της πολιτικής διασφαλίζεται από «... τη μεγάλη υστέρηση στην είσπραξη εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους παρελθόντων οικονομικών ετών κατά -25,5% και -23,7% αντίστοιχα, παρά το ότι οι βεβαιωμένες και ανείσπρακτες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ξεπερνούσαν στις αρχές του 2010 τα € 30 δις και πολύ περισσότερες ήταν οι απαιτήσεις που προέκυπταν από εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις» (Οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank, 30/09/2010).

Ήδη καταγράφεται μεγάλη μείωση των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος κατά -11,1% στο 8μηνο του 2010, παρά τη σημαντική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών, ενώ η παρακράτηση του ΦΠΑ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση όπως δείχνει η μικρή σχετικά αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ κατά 1,6% στην ίδια περίοδο, παρά τη μεγάλη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι δεσμοί αίματος των διαφόρων μερίδων του κεφαλαιακού μπλοκ παραμένουν ανέπαφοι, η φοροαπαλλαγή συνεχίζεται αμείωτη μέσα στην κρίση, και η «δημοσιονομική προσαρμογή» θα στηριχθεί στην αδύνατη πλευρά των κοινωνικών συσχετισμών, την εργασία.

6. Διέξοδος

Τα φαινόμενα δείχνουν ότι η κυβέρνηση προχωρά ακάθεκτη στην υλοποίηση του σχεδίου αναδιάταξης των δυνάμεων και επιβολής νέων συσχετισμών μέσα στην κρίση, που βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η ριζική επιδείνωση της θέσης της εργασίας. Είναι οι «μεταρρυθμίσεις» για τις οποίες επαίρεται (και βραβεύεται διεθνώς) ο πρωθυπουργός, διότι μέχρι στιγμής επιτυγχάνει το αδιανόητο, να ανατρέψει συσχετισμούς και να υποβιβάσει ριζικά τη θέση της εργασίας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Η συγκεκριμένη ανάλυση επιβεβαιώνεται κάθε μέρα από την πρωτοφανή επίθεση που δέχονται εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις χρόνων, υπό το πρόσχημα του Μνημονίου και της δημοσιονομικής κρίσης, στην πραγματικότητα αξιοποιώντας την κρίση για τη μετατροπή της σε κρίση της εργασίας.

Και αν η επιλογή για τις δυνάμεις της εργασίας είναι προφανής, η μέθοδος και η πολιτική για την ανατροπή των συσχετισμών δεν προκύπτει ευθέως και χωρίς ταλαντεύσεις. Ίσως ευκολότερο είναι να αποκλείσει κανείς «εύκολες» λύσεις που αποτελούν εισιτήριο για το απόλυτο αδιέξοδο.

Ο απομονωτισμός της «ενίσχυσης των δυνάμεων» της (υποτιθέμενης) συνεπούς στάσης, που διαθέτει την πυξίδα διεξόδου και απλά της λείπει η αναγκαία «οργανωτική και υλική υποδομή» για την υλοποίησή της, είναι μια πρόφαση των «επαγγελματιών της επανάστασης» που δεν κάνουν καν τον κόπο να αφουγκρασθούν τις πραγματικές ανησυχίες και πιέσεις της ασφυκτικής καθημερινότητας μαζί και το τυχαίο που ελλοχεύει σε κάθε καμπή μιας υποτιθέμενα γραμμικής ιστορικής πορείας. Αυτή η «διέξοδος» έχει τους οπαδούς της από το απόθεμα των ψυχαναλυτικά προσηλωμένων στη συστηματική επιδίωξη του μηδενικού διακυβεύματος. Όμως, ο υλισμός της συνάντησης δεν δίνει χρονοδιαγράμματα ούτε φυλακίζεται στη μεταφυσική των σταδίων.

Η άλλη εκδοχή των επαγγελματιών των ιστορικών αναγκαιοτήτων είναι η επίκληση της μάχης ενάντια στους ξένους, της περιχάραξης της «δικής μας επικράτειας» ώστε να μπορέσουμε να εξορίσουμε τον «άλλο», τον εχθρό στον εκτός χώρο, στο πολιτικό no man’s land. Αν αυτή η εκδοχή βολεύει κάποιους γιατί αντιμετωπίζει τον εχθρό ως «εξωτερικό» και πυκνώνει τις τάξεις για μια μάχη που ενδεχομένως να μην έχει αντίπαλο, αυτό είναι κάτι που οφείλουν να κρίνουν όσοι βρίσκουν τις σχετικές ρητορείες ελκυστικές και θέλουν να δημιουργήσουν τη δική τους «απομνημονιοποιημένη» ζώνη, όπου θα επικρατούν αμιγώς «ενδογενείς» αρχές και το σύνορο με τους ξένους θα είναι απόλυτα ορισμένο και διακριτό.

Τέλος, υπάρχει και η εκδοχή που διακινδυνεύει και επιδιώκει να «ιππεύσει» στις αντιφάσεις χωρίς να προσπαθήσει να τις ελέγξει εκ των προτέρων δίνοντας ονόματα που «εξοικειώνουν» με το απροσδόκητο αλλά δεν παρέχουν πρακτικά όπλα για τη μάχη. Στα θετικά της προσμετράται η επιδίωξη για όσμωση με τις αντιφάσεις όλων όσοι επανατοποθετούνται στη συγκυρία μετά τη λαίλαπα του τελευταίου χρόνου. Στα αρνητικά της περιλαμβάνεται η (εν μέρει και αντικειμενική;) αδυναμία επιλογής των συμμάχων, η οποία μπορεί να αποβεί κρίσιμη για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος. Με δεδομένο ότι μια λάθος επιλογή στη συγκυρία μπορεί να απαξιώσει ένα θετικών προθέσεων εγχείρημα για δεκαετίες.

Και αυτό ενώ οι ανάγκες συντονισμού με τις αυθόρμητες αντιστάσεις των εργαζομένων στην ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου δεν αφήνουν περιθώρια για λάθη και άστοχες επιλογές. Γιατί εκτός από το μέλλον που γενικά αργεί, υπάρχει και το αμείλικτο παρόν.

Υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο1...

Συνδέσεις
Οι "Θέσεις" εδώ

Wednesday, October 13, 2010

Πόσο οδυνηρός είναι ο "φίλος μου ο Λευτεράκης";

Η τέχνη είναι συνδεδεμένη με ένα προλεταριακό αριστοκρατισμό: ότι κάνει το κάνει χωρίς να ετεροπροσδιορίζεται από πρόσωπα.

Υποστηρίζουμε ότι δεν πρέπει να συνυπολογίζονται όλες οι θεσμικές και κοινωνιολογικές προκλήσεις για την τέχνη .Η κοινωνιολογία ακόμα και όταν είναι κριτική δεν είναι παρά μια υποβοήθηση για τις «δημοκρατίες» της Δύσης. Η τέχνη δεν χρειάζεται να ασχολείται με αυτό τις συσχετίσεις. Αυτό ισχύει αδιαμφισβήτητα , και δεν υφίσταται καμία εμπειρική σηματοδότηση και επιβεβαίωση . Η τέχνη κάνει, και λέει ότι κάνει , για την δική της διαδρομή , χωρίς να ασχολείται με τα ενδιαφέροντα άλλων. Είναι αυτό που αποκαλώ ως προλεταριακό αριστοκρατισμό της τέχνης: ‘Ένα αριστοκρατισμό προσβάσιμο σε όλους .Ο μεγάλος Γάλλος σκηνοθέτης Antoine Vitez χρησιμοποιούσε μια θαυμάσια έκφραση για να ορίσει την τέχνη του θεάτρου. Έλεγε ότι το θέατρο είναι «ελιτισμός για τον καθένα». Το επίθετο «προλεταριακός» αναφέρεται ότι είναι για όλους ,μέσω της εργασίας η οποία προσδιορίζει και την γενικευμένη έννοια της ανθρωπότητας. Ο όρος «αριστοκρατισμός» ονοματίζει αυτό που ενώ ανήκει στον καθένα δεν προσδιορίζεται από κρίσεις με κριτήριο τον μέσο όρο, τις πλειοψηφίες, τις ομοιότητες ,τις μιμήσεις. (Ποιος τα λέει στο κείμενο)

Η οικονομική κρίση βαθαίνει. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού φλερτάρουν με την οριακή φτώχεια, και ταυτόχρονα δεν φαίνονται οι ελπίδες της ανάκαμψης. Ωστόσο απέναντι στην κατάσταση αυτή είναι φανερό ότι οι αντιδράσεις είναι ιδιόμορφες. Η κινηματική έξαρση υστερεί απέναντι στην εσωστρεφή σχεδόν καταθλιπτική αναμονή.

Η αντίδραση της μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας μοιάζει απολύτως με την στάση του Ηλιόπουλου στην αριστουργηματική ταινία του Σακελάριου «ο φίλος μου ο Λευτεράκης» .Στην ταινία αυτή καταφτάνει στο σπίτι του ψεύτη «Θεόδωρου» το ανύπαρκτο πρόσωπο αλλά πραγματικό άλλοθι «Λευτεράκης». Και προφανώς η μετουσίωση του άλλοθι από αφηρημένη δικαιολογία σε απτή ύπαρξη είναι τραυματική μόνο για όποιον την επινόησε. Για όποιον θυμάται την ταινία , ο μοναδικός που απορρυθμίζεται είναι ο «Θεόδωρος» (Ηλιόπουλος)

Έτσι και με την κρίση

Αφού όλοι ονομάτιζαν κρίση , την παραμικρή αρρυθμία του συστήματος, όταν έφτασε η πραγματική κρίση την κοιτάνε και την ξανακοιτάνε αναρωτώμενοι αν είναι όντως πραγματική. Μια δεκαετία μιας οικονομικής μεγέθυνσης ωφέλησε προφανώς τους κεφαλαιούχους , την μικρομεσαία «μαρίδα» της εισφοροδιαφυγής, τους ΔΥ , λιγότερο τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και σχεδόν καθόλου τις πληβειακές τάξεις .Το κομβικό σημείο είναι ότι οι σχετικά ευνοημένοι της δεκαετίας , προωθούσαν τα συμφέροντα αναδιανομής μέσω μιας «αριστερόφωνη» ρητορείας περί κρίσης, και τώρα που η πραγματική κρίση είναι εδώ, τα ρητορικά εργαλεία έχουν εξαντληθεί. Το αποτέλεσμα ένα «μπούκωμα» ένας κορεσμός του πολιτικού λόγου των μη εχόντων . Όλοι συμπεριφέρονται σαν τον «Θεόδωρο» Ηλιόπουλο , που δεν μπορεί να κατανοήσει τι του συμβαίνει. Δυστυχώς λείπει ο Σακελάριος για να δώσει την λύση .

Ο αποκρουστικός Λευτεράκης της κρίσης είναι άβολος για όλους.

Οι έχοντες βλέπουν ανά πάσα στιγμή ένα Δεκέμβριο μπροστά στον οποίο το 2008 μοιάζει με παρέλαση κατηχητικού, οι δε μη έχοντες ταλανίζονται από την απώλεια βάρους της τυπικής αριστερής ρητορείας που έχασε την πραγματική της αξία από τον πληθωρισμό που επέφερε η αλόγιστη χρήση του. Ακόμη οι μη έχοντες υφίστανται την απροθυμία των ηγεσιών τους να συμβιβαστούν με το περίπλοκο: Η κρίση μας είναι κρίση μιας υπερανεπτυγμένης επιθετικής οικονομίας .

Η φυσική ηγεσία των μη εχόντων έχει βολευτεί σε νοητικές κατασκευές του 1870 και φαντασιώνεται επιστροφή σε ανταλλακτικές οικονομίες, προστατευτισμούς, αποπαγκοσμιοποίηση κλπ . Ένα μόνο ενδεικτικό. Η υπό «κρίση» «υπανάπτυκτη» οικονομία μας απασχολεί μόνο 36,000 εργαζόμενους στην Ναυτιλία (το 0,75 % του ενεργού πληθυσμού) αλλά είναι δεύτερη στον κόσμο, και συνεισφέρει το 40 % των διαθεσίμων συναλλάγματος . Με απλά λόγια από την υπερεκμετάλευση υπεραξίας των μη ελλήνων εργαζομένων στα ελληνικά πλοία, ωφελούνται όχι μόνο οι εφοπλιστές., αλλά και τα «εθνικά» διαθέσιμα μας. Η «εθνική» μας οικονομία από την οποία οι Έλληνες εργαζόμενοι απαιτούν δίκαια μερίσματα αμοιβών και παροχών , είναι αρκετά περίπλοκη, έτσι που οι απαιτήσεις μερισμάτων ικανοποιούνται μόνο όσο είμαστε εντός παγκόσμιου καταμερισμού. Την θεμελιακή αδυναμία των υπαρχόντων μοντέλων να ερμηνεύσουμε τα τεκταινόμενα, είδαμε και στην εντυπωσιακή σιωπή (καλά τώρα ανακοινώσεις για τα προσχήματα είδαμε…) στη επίσκεψη του κινέζου πρωθυπουργού που και αυτή είναι απότοκο μιας διεθνοποιημένης Ναυτιλίας..

Αδυναμία κατανόησης της φάσης και μοντέλα του 19ου αιώνα, είναι το στίγμα μας.

Η κινηματική περιστολή δεν είναι ούτε απουσία μαχητικότητας, ούτε ηθική απαξία των ηγεσιών, και δεν αναιρείται όσο δεν υπάρχουν τα κατάλληλα εργαλεία ανάλυσης.

Δημοσιεύσαμε στο ιστολόγιο ένα άρθρο (εδώ) και μια συνέντευξη (εδώ) του S.Zizek και παραθέτουμε ένα απόσπασμα του A.Badiou A ( Polemics p.147) ακριβώς γιατί ενώ στοχεύουν αριστερά, ευρίσκονται στον αντίποδα μιας αριστερόφωνης τρέχουσας μανιέρας. Αυτής της ευκολίας ,που παραπέμπει σε «λαϊκή αντιπλουτοκρατία» τύπου «Τσακιντζής ο εκδικητής» και η οποία μαστίζει τον αριστερό δημόσιο λόγο. Σιγά μην έρθει κανένας να μιλήσει για «προλεταριακό αριστοκρατισμό» στην αριστερή ελληνική δημοσιότητα και να μην χρειαστεί καθαριστήριο για το λευκό πουκάμισο και τον λεκέ ντομάτας.

Κι ’όμως παρά την προφανή δυσκολία , ο μοναδικός δρόμος μιας πραγματικής αριστερής εξόδου, είναι οι περίπλοκοι συνειρμοί του Ζιζεκ, οι «προλεταριακοί αριστοκρατισμοί» του Badiou, ο Σπινοζικός αντικαπιταλισμός του Negri.

Το δίδαγμα μιας ολόκληρης ιστορικής φάσης είναι ότι ο απλουστευτικός «αριστερός» λόγος γίνεται εργαλείο στα χέρια του κάθε τσαρλατάνου, όσο κάτω από αυτόν τον λόγο δεν υπάρχει μια έντιμη διαπραγμάτευση των ζητημάτων του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Και μόνο την Αυριανή η την Βραδυνή να δει κανείς και να ακούσει τον λόγο των αντιμνιμονιακών πολιτευτών της ΝΔ, θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά. Και προφανώς η καταγγελία για υποκρισία είναι για γέλια. Γιατί απλούστατα η πολιτική είναι διαχείριση συνειδήσεων ,και όχι προθέσεων. Η αντιμνημονιακή προπαγάνδα της λαϊκής δεξιάς πριν από υποκριτική είναι «πραγματική» και αυτό διαφεύγει από πολλούς. Τα έπεα πτερόεντα του Σαμαρά είναι τόσο πτερόεντα όσο και οι διαφημίσεις, αλλά οι διαφημίσεις παράγουν πωλήσεις, κέρδη, άρα είναι πολύ πραγματικά και καθόλου δευτερεύοντα πτερόεντα.

Στο αριστούργημα του Σακελάριου το δίδαγμα είναι αφοπλιστικό. Ο «ανύπαρκτος Λευτεράκης» δεν είναι ποτέ ανύπαρκτος.

Friday, October 8, 2010

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης S.Zizek

Αναδημοσιεύουμε από το The Press Project  άρθρο του S.Zizek.Προφανώς και δεν συνίσταται για θρησκόληπτους αναζητητές μιας ανύπαρκτης συνέπειας.Εδώ χρησιμοποιείται ο Κάντ άλλοτε θετικά άλλοτε αρνητικά,ο Μπαντιού (που έχει σχέση με τον Καντ όσο ο Αλέφαντος με τον Μουρίνιο), ο Agamben ομοίως (άλλοτε θετικά άλλοτε αρνητικά) , η αριστερά καταχωρείται ως μίζερη, ανατρέχουμε σε διαμάχες του 1950 , με διαγώνιο τρόπο αξιολογούνται  οι επιτυχίες των Μαοικών του Νεπάλ (ίσα ίσα μην το πάρει κανένας στα σοβαρά και ανέβει με κανένα αντάρτικο στον Όλυμπο) , στο δια ταύτα μας παραπέμπει σε κανενα επεισόδιο του Lost , τα βάζει (όπως πάντα ) με την Οικολογία και τους περιορισμούς της !! κλπ κλπ και γενικώς ως αυθεντικός ανήσυχος χωρίς πλέγματα τσαλαβουτά παντού και με διάφρους τρόπους..Είπαμε θρησκόληπτοι μονομανείς μακριά, πολύ μακριά....η αναζήτηση κάνει κακό πολύ κακό..

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης


Άρθρο του Σλάβοϊ Ζίζεκ στη New Left Review.

New Left Review No 64, Ιούλιος- Αύγουστος 2010 (Αποσπάσματα)

Μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Στις φετινές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον των μέτρων λιτότητας στην ευρωζώνη- στην Ελλάδα και, σε μικρότερη έκταση, σε Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία- ήρθαν σε αντιπαράθεση δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η κυρίαρχη αφήγηση του κατεστημένου προτείνει μια απο- πολιτικοποιημένη εκδοχή της κρίσης ως φυσικού γεγονότος: τα ρυθμιστικά μέτρα παρουσιάζονται όχι ως αποφάσεις στο έδαφος πολιτικών επιλογών, αλλά ως προσταγές μιας ουδέτερης οικονομικής λογικής- αν θέλουμε να σταθεροποιήσουμε την οικονομία μας, είμαστε υποχρεωμένοι να καταπιούμε το πικρό χάπι. Η άλλη αφήγηση, των εργατών, φοιτητών και συνταξιούχων που διαμαρτύρονται, βλέπει τα μέτρα λιτότητας ως άλλη μία απόπειρα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου να αποδιαρθρώσει τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους (…).

Αν και υπάρχει δόση αλήθειας και στις δύο αφηγήσεις, στο θεμελιώδες περιεχόμενό τους είναι και οι δύο εσφαλμένες. Η αφήγηση του κατεστημένου αποσιωπά το γεγονός ότι τα τεράστια ελλείμματα συσσωρεύτηκαν ως αποτέλεσμα των τεραστίων κονδυλίων που διατέθηκαν για τη διάσωση των μεγάλων τραπεζών από τα κράτη και από την πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της ύφεσης. Αλλά και το γεγονός ότι το μεγάλο δάνειο που έλαβε η Αθήνα προορίζεται για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους στις μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η αφήγηση των αντιφρονούντων αποτυπώνει από άλλη μία σκοπιά τη μιζέρια της σημερινής Αριστεράς: Οι διεκδικήσεις της δεν έχουν θετικό, προγραμματικό περιεχόμενο, αλλά μόνο μια γενικευμένη άρνηση απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται το υπάρχον κράτος πρόνοιας. Η ουτοπία δεν βρίσκεται στη ριζοσπαστική αλλαγή του συστήματος, αλλά στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας εντός του συστήματος (…).

Ποια Ευρώπη;

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην ευρωζώνη είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου.


Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (…).

Σ’ αυτό το φόντο, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η συνεχιζόμενη κρίση θα είναι περιορισμένη και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο για διευρυνόμενο πλήθος ανθρώπων. Απέναντι σε μια τέτοια, παράδοξη για ριζοσπάστες, λογική έρχεται να αντιπαρατεθεί το σύνθημα του Μπαντιού: mieux vaut un desastre qu’un desetre- καλύτερα η καταστροφή, παρά η ανυπαρξία! Οφείλουμε να αναλάβουμε το ρίσκο του Συμβάντος, ακόμη κι αν το Συμβάν καταλήξει σε μια «σκοτεινή καταστροφή». Η μεγαλύτερη ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης της Αριστεράς στον εαυτό της είναι ακριβώς ο φόβος της κρίσης. Μια πραγματική Αριστερά παίρνει την κρίση στα σοβαρά, χωρίς αυταπάτες. Η βασική της ενόραση είναι ότι, αν και οι κρίσεις είναι επώδυνες και επικίνδυνες, παραμένουν αναπόφευκτες και αντιπροσωπεύουν το πεδίο στο οποίο οφείλει να δώσει και να κερδίσει τις μάχες της. Να γιατί σήμερα το παλιό σύνθημα του Μάο Τσετούνγκ ακούγεται επίκαιρο: «Κάθε τι κάτω από τον ουρανό βυθίζεται στο απόλυτο χάος- η κατάσταση είναι εξαιρετική»!

Κράτος και τάξεις

(…) Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των θεσμών του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας.

Είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, ο Μπαντιού είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο τελικός εχθρός σήμερα δεν είναι ο καπιταλισμός, η αυτοκρατορία ή η εκμετάλλευση, αλλά η δημοκρατία. Είναι η αποδοχή των «δημοκρατικών μηχανισμών» ως ύστατου πλαισίου που εμποδίζει το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Για παράδειγμα, ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα την άσκηση «αμυντικής βίας» μέσω της οικοδόμησης ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο η αλφαβήτα του μαρξισμού αναφορικά με την ταξική πάλη βρίσκεται στη θέση ότι η «ειρηνική» κοινωνική ζωή είναι από μόνη της έκφραση της (προσωρινής) νίκης μιας τάξης- της κυρίαρχης. Από τη σκοπιά των κυριαρχούμενων και των καταπιεζομένων, η ίδια η ύπαρξη του κράτους, ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, είναι απόδειξη βίας. Ανάλογα, ο Ροβεσπιέρος υποστήριζε ότι η τυραννοκτονία δεν δικαιολογείται στη βάση της απόδειξης ότι ο βασιλιάς έπραξε κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα: η ίδια η ύπαρξη του βασιλιά είναι έγκλημα, προσβολή της λαϊκής ελευθερίας. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, η χρήση βίας από τους καταπιεσμένους εναντίον της κυρίαρχης τάξης και το κράτος της είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, «αμυντική». (…).

Σε ένα σημείωμα προς τη CIA αναφορικά με τους τρόπους υπονόμευσης της κυβέρνησης Αλιέντε, ο Χένρι Κίσινγκερε έγραψε: «Κάντε την οικονομία να ουρλιάξει»! Πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι ομολογούν ανοιχτά σήμερα ότι η ίδια στρατηγική εφαρμόζεται στη Βενεζουέλα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Λόρενς Ίγκλμπεργκερ δήλωσε σχετικά στο Fox News: «Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι ένα το βασικό όπλο που διαθέτουμε για να αρχίσουμε την εκστρατεία εναντίον του Ούγκο Τσάβες και το οποίο οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε, εννοώ να κάνουμε την οικονομία ακόμη χειρότερη, έτσι ώστε να εξασθενίσουμε την απήχησή του στη χώρα του και στη γύρω περιοχή». Στην παρούσα οικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προφανώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τυφλές δυνάμεις της αγοράς, αλλά στρατηγικές παρεμβάσεις υψηλού επιπέδου οργάνωσης από τα κράτη και τα οικονομικά κέντρα, τα οποία επιδιώκουν να ξεπεράσουν την κρίση με τους δικούς τους όρους. Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να βρεθούν στην ημερήσια διάταξη αμυντικά αντίμετρα;


Αυτοί οι συλλογισμοί αναπόφευκτα κλονίζουν τη βολική, υποκειμενική θέση ριζοσπαστών διανοουμένων, καθώς συνεχίζουν τις πνευματικές ασκήσεις που ήταν τόσο αξιοσέβαστες τον εικοστό αιώνα: τις θεωρίες περί «καταστροφής» των πολιτικών θέσεων. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ είδαν την καταστροφή ως κορύφωση της «διαλεκτικής του διαφωτισμού» στον «διοικούμενο κόσμο». Ο Αγκάμπεν όρισε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εικοστού αιώνα ως την «αλήθεια» ολόκληρου του πολιτικού προγράμματος της Δύσης. Θυμηθείτε όμως την εικόνα του Χορκχάιμερ στη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’50. Παρότι κατήγγειλε την «έκλειψη του λόγου» στις σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες της κατανάλωσης, ταυτόχρονα υπερασπιζόταν τις ίδιες κοινωνίες ως τις μοναδικές νησίδες ελευθερίας σε μια θάλασσα ολοκληρωτισμών και διεφθαρμένων δικτατοριών.

Μήπως λοιπόν, στην πραγματικότητα, διανοούμενοι που διάγουν κατά βάση ασφαλή και άνετη ζωή, προκειμένου να δικαιολογήσουν τον τρόπο ζωής τους, επινοούν σενάρια ριζικών καταστροφών; Αναμφίβολα για πολλούς από αυτούς, αν πρόκειται να εκδηλωθεί επανάσταση, καλό θα ήταν να εμφανιστεί σε ασφαλή απόσταση- Κούβα, Νικαράγουα, Βενεζουέλα- έτσι ώστε, ενώ οι καρδιές τους θα θερμανθούν στη σκέψη των μακρινών γεγονότων, ταυτόχρονα θα μπορούν να συνεχίζουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία όπως πριν. Ωστόσο, με την κατάρρευση του λειτουργικού, ανεπτυγμένου κράτους πρόνοιας στις βιομηχανικές κοινωνίες που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα, για τους ριζοσπάστες διανοούμενους ίσως να φτάνει η στιγμή της αλήθειας, όπου πρέπει να ξεκαθαρίσουν απολύτως τη στάση τους. Ήθελαν πραγματική αλλαγή; Ωραία λοιπόν, θα την έχουν!

Η οικονομία ως ιδεολογία

Η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει την υπονομετική πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου.

Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Με Καντιανούς όρους, σχετίζεται με τη συμπεριφορά μας ως «ανώριμων» ιδιωτών και όχι ως ελεύθερων ανθρώπινων όντων, τα οποία δρουν και αντιπαρατίθενται στη διάσταση της οικουμενικότητας του ορθού λόγου.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.σ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης.

Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε εδώ τον Αλτουσέρ και την έννοια των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (ΙΜΚ). Αν στο Μεσαίωνα ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός ήταν η Εκκλησία, με την έννοια της θρησκείας ως θεσμού, η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες από την νομική τάξη πραγμάτων. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας.

Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία. Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού ΙΜΚ, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

Αλλά και στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται με μισθοφόρους. Ακόμη και η κρατική γραφειοκρατία δεν γίνεται αντιληπτή με όρους Χεγκελιανής καθολικής τάξης, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Μπερλουσκόνι. Στη σημερινή Ιταλία, η κρατική εξουσία ασκείται κατ’ ευθείαν από αστούς οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ανοιχτά και ανελέητα για να προστατέψουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα (…).

Τι είδους αλλαγές στην λειτουργία της ιδεολογίας επιφέρει αυτός ο μετασχηματισμός; Όταν ο Αλτουσέρ λέει ότι η ιδεολογία εγκαλεί τους ιδιώτες ως υποκείμενα, οι «ιδιώτες» νοούνται ως ανθρώπινα όντα πάνω στα οποία λειτουργούν οι ΙΜΚ, επιβάλλοντάς τους ένα σύνολο από μικρο- πρακτικές στην καθημερινότητα. Αντίθετα, το «υποκείμενο» δεν είναι ουσιώδης κατηγορία του ανθρώπινου όντος, αλλά αποτέλεσμα της δράσης των ΙΜΚ πάνω στους ανθρώπους, στο πλαίσιο της επιβολής μιας συμβολικής τάξης. Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι ΙΜΚ είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.

Στη σφαίρα του αδύνατου

Στις μέρες μας, όμως, γινόμαστε μάρτυρες μιας ριζικής αλλαγής στη λειτουργία αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού. Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από- υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απουποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».


Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο- πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό- αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο- πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο- πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού- μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του είναι δυνατό και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. Να γιατί ο κομουνισμός αναφέρεται επίσης στο πραγματικό: να δράσεις ως κομμουνιστής σημαίνει να επέμβεις στο πραγματικό της θεμελιώδους ανταγωνιστικής σχέσης πάνω στη οποία βασίζεται ο σύγχρονος, καθολικός καπιταλισμός.

Ελευθερία;

Αλλά το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Τι σημαίνει αυτή η προγραμματική δήλωση περί πραγμάτωσης του αδύνατου, όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική εμπειρία του αδύνατου- το φιάσκο του κομμουνισμού ως ιδέας ικανής να κινητοποιήσει μεγάλες μάζες; Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, όταν έγινε σαφές ότι δεν θα εκδηλωνόταν πανευρωπαϊκή επανάσταση, και γνωρίζοντας ότι η ιδέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ήταν ανόητη, ο Λένιν έγραψε:

«Δεν είναι όμως δυνατό, η απολύτως απελπιστική κατάστασή μας να ερεθίσει τις προσπάθειες των εργατών και των αγροτών στο δεκαπλάσιο, προσφέροντάς μας την ευκαιρία να δημιουργήσουμε τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτισμού με τρόπο πολύ διαφορετικό από τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης»;

Μήπως αυτό δεν είναι το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης Μοράλες στη Βολιβία, της κυβέρνησης Τσάβες στη Βενεζουέλα και της κυβέρνησης των Μαοϊκών στο Νεπάλ; Ήρθαν στην εξουσία με «δίκαιες» δημοκρατικές εκλογές, όχι με εξέγερση. Αλλά από τη στιγμή που βρέθηκαν στην εξουσία, την άσκησαν με τρόπο που ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, «μη κρατικός»: κινητοποιώντας άμεσα τους υποστηρικτές τους, παρακάμπτοντας το κομματικό- κρατικό δίκτυο αντιπροσώπευσης. Η θέση τους είναι «αντικειμενικά» απελπιστική: το γενικό ρεύμα της ιστορίας είναι εναντίον τους, δεν μπορούν να στηριχθούν σε «αντικειμενικές τάσεις» που θα τους ωθήσουν προς τα εμπρός, και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αυτοσχεδιάσουν, να κάνουν ό,τι περισσότερο μπορούν όταν εμφανίζονται καταδικασμένοι. Ωστόσο, μήπως αυτό ακριβώς δεν τους δίνει μια μοναδική ελευθερία; Και μήπως δεν βρισκόμαστε όλοι- η σημερινή Αριστερά- στην ίδια κατάσταση;

Επομένως, βρισκόμαστε σήμερα στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό- εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Εν ολίγοις, η κατάσταση θυμίζει αυτό που ο Στάλιν είπε για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα. Ή αυτό που είπε ο Γκράμσι για την εποχή που ξεκίνησε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος πασχίζει να γεννηθεί. Είναι η εποχή των τεράτων»!

Ανιχνεύσαμε το άρθρο στο "The press project"