Την Κυριακή (16/1) παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρουσα εκπομπή στην Νετ με οικοδεσπότη τον Φυντανίδη.Από την μια πλευρά οι Θεοδωρόπουλος, Μανδραβέλης,Παπαβασιλείου, Μάρκαρης και από την άλλη οι Βαρουφάκης , ο αναπληρωτής καθηγητής συνταγματικού δικαίου Σταύρος Τσακυράκης και η αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών, Μαρία Λιακοπούλου.
Η αντίστιξη ήταν ενδιαφέρουσα. Ακούσαμε δυο διαφορετικές αφηγήσεις για την κρίση. Από την μια η κρίση αναγνώστηκε ως απότοκο της ευρύτερης Νεοελληνικής καχεξίας, ως αποτέλεσμα των αναχρονιστικών δομών , ως παράγωγο της έλλειψης οποιασδήποτε αυτοκατανόησης των Ελίτ για τον ρόλο τους, και τελικά το επακόλουθο των στρεβλών φαντασιώσεων της κοινωνίας. Από κάποιον ομιλητή η κρίση χαρακτηρίστηκε ευκταία ,γιατί είναι δυνατόν να λειτουργήσει ως μηχανισμός κάθαρσης. Από την άλλη πλευρά του τραπεζιού ,η κρίση αναλύθηκε ως ευρύτερο οικονομικό παγκόσμιο φαινόμενο, που εδράζεται σε άνισες ανταλλαγές, στην υπερδιόγκωση της χρηματοοικονομικής σφαίρας, και αποσυνδέθηκε από ελληνικές ιδιομορφίες. Σύμφωνα με αυτήν την δεύτερη οπτική το Ελληνικό παράδοξο δεν μπορεί να εξηγήσει το Ιρλανδικό ούτε το Πορτογαλικό πρόβλημα. Για λόγους σύμβασης ας πούμε ότι η πρώτη είναι η κυρίαρχη αφήγηση , αυτή που ενοχοποιεί τις Ελίτ αλλά και τους πολίτες .Είναι η ανάλυση που εύλογα κάποιος θα υποψιαζόταν ότι με την οριζόντια ενοχοποίηση , τελικά αμβλύνει τις αντιστάσεις στην καταιγίδα των μέτρων, ενώ η δεύτερη η πιο πολιτική είναι ο καμβάς μιας οικονομικής προσέγγισης που επικεντρώνεται στην έννοια της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης. Η εκπομπή αυτή ήταν χρήσιμη γιατί όντως , γύρω από αυτές τις δύο αναγνώσεις συσπειρώνονται οι κυρίαρχες δημόσιες αναγνώσεις της εποχής ,βέβαια , με τις προφανείς εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις και αντιφάσεις.
Ωστόσο παρά την φαινόμενη διαφορά στην ουσία ,οι δύο αναγνώσεις έχουν μια βαθύτερη συσχέτιση και αλληλοσυμπληρώνονται. Οι δύο πλευρές διατυπώνουν αρχικά μια ριζικά διαφορετική γνώμη, για να «συνεργαστούν» αναγκαστικά σε ένα «δεύτερο χρόνο».
Ας ελέγξουμε τις δύο αφηγήσεις για το πραγματολογικό υλικό τους. Και οι δύο αντλούν κύρος από εμπειρικά αδιάψευστα γεγονότα .
Η σχολή του «Ελληνικού δράματος» βλέπει τον κυνισμό, την αδιαφάνεια, την διαφθορά, την ναρκισσιστική αδράνεια , και την «αρπαχτή» απλωμένα σε κάθετες και οριζόντιες ταξινομήσεις, σαν ένα αποπνικτικό νέφος που τελικά μολύνει όλη την κοινωνία. Δεν έχει άδικο. Όμοια η σχολή της «χρηματοοικονομικής κρίσης» προσκομίζει ατράνταχτα στοιχεία της συγκυρίας, την διεθνή απορρύθμιση, την έρπουσα πτώχευση, την ανεργία, την ανισότητα, και ένα πλήθος οικονομετρικών δεδομένων. Η περιγραφή της επίσης είναι ισχυρή.
Όμως στον «δεύτερο» χρόνο , όταν αναγκαστικά θα διερευνήσουμε το μέλλον και για τις δύο αναγνώσεις αρχίζουν ενδιαφέρουσες περιπλοκές
Το «ελληνικό παράδοξο» νοούμενο ως ιδεολογικό, ηθικό, ζήτημα θα αναζητήσει την θεραπεία του ή σε ένα παλαιομοδίτικο διδακτισμό, ή σε μια ζωντανή κατάθεση παραδειγμάτων σε μια απαρχή δράσεων, υλοποιημένων αντιλήψεων και πρακτικών. Η αναδιάταξη των κωδίκων, των αξιών , των υποδειγμάτων κάπως κάπου πρέπει να γίνει, και πάντως όχι μέσω της Νετ. Αν απορρίψουμε τον διδακτισμό, τότε αναγκαστικά αναμένουμε από την σχολή του «παράδοξου» να γειωθεί στην οικονομική πραγματικότητα εντός της οποίας θα εμφυτεύσει , σπόρους μιας έμπρακτης αναγέννησης. Και τότε θα προκύψει το υπαρκτό πρόβλημα: είναι η ηθική και ιδεολογική ανάταξη ανεξάρτητη από το υλικό περιβάλλον της; Μέσα σε μια καλπάζουσα ανέχεια , είναι δυνατή η αντιστροφή του κλίματος χωρίς πρακτικές επεμβάσεις στην οικονομική σφαίρα ; Η σχολή του «νεοελληνικού παράδοξου» στηλιτεύει, απομυθοποιεί ένα ανθρώπινο τύπο της νεοελληνικής πραγματικότητας, ο οποίος λειτουργεί με πολλαπλά προσωπεία, ανομίες και παρανομίες επενδυμένες με αντιπλουτοκρατικές και άλλοτε αριστερές ρητορείες, ιδιοτελείς κυνισμούς που παίρνουν την μορφή ιδεαλισμού του «κοινού καλού» .Αναρωτιέμαι με ποιους υπαρκτούς ανθρώπινους χαρακτήρες θα οικοδομήσει την νέα ηθική στάση, όταν αυτοί οι πραγματικοί άνθρωποι θα στενάζουν από το βάρος της υλικής πραγματικότητας. Όσο θα ψηλαφούμε το μεσοπρόθεσμο μέλλον, τόσο θα υπάρχει μια αμείλικτη ανάγκη για οικονομικές δομικές αλλαγές.
Αντίστροφα
Η σχολή της «οικονομικής κρίσης» θα αντιμετωπίσει ένα αντίστοιχο εσωτερικό πρόβλημα όταν θα αναμετρηθεί με το μέλλον. Αν η οικονομική ανάλυση απαιτεί δράσεις και εφαρμογές ,πράξεις και αντιδράσεις, τότε αυτές θα είναι ανεξάρτητες από ηθικούς κώδικες και αξίες ; Αν η κρίση είναι «οικονομική» η λύση μπορεί να είναι και αυτή «ταμειακή»; Ας υποθέσουμε ότι η ανάλυση της «καπιταλιστικής κρίσης» γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία των πολιτών. Αν υποθέσουμε ότι όλοι προσέρχονται στα πολιτικά προτάγματα που προκύπτουν από αυτήν ανάλυση , όμως με τον ηθικό και ιδεολογικό εξοπλισμό της προ κρίσεως περιόδου, τότε αυτή η δράση ,αυτή η πρακτική πως μπορεί να είναι αποτελεσματική » ;Αν η οικονομική ανάλυση της κρίσης ως μηχανικό, ως υδραυλικό, ως μετεωρολογικό φαινόμενο ροών και ανισοκατανομών , είναι έγκυρη , τότε οι υπερασπιστές της , όταν θα κάνουν το βήμα στο «δια ταύτα» είναι ,προφανώς, αναγκασμένοι να αλλάξουν γήπεδο και να μεταφερθούν στον χώρο του προβληματισμού του «νεοελληνικού παράδοξου» . Η οικονομική καπιταλιστική κρίση ,αδυνατεί να λυθεί αν δεν μετατραπεί σε ιδεολογικό και ηθικό διερώτημα. Αλλιώς οι προσερχόμενοι στην λύση θα προσέλθουν με τον εξοπλισμό και τα εφόδια της ιδεολογίας του «νεοελληνικού παράδοξου» ,χωρίς καν την αίσθηση του δράματος, όπου απλά η «αντικαπιταλιστική» λύση θα μετατραπεί σε πεδίο πολλαπλασιασμένης ανάδυσης των ιδιοτελιών και των αδυναμιών που αναδεικνύουν , σωστά, οι θεωρίες του «παράδοξου».
Η διαμάχη ,λοιπόν, των αναγνώσεων της κρίσης είναι κάπως επιφανειακή.
Η κάθε ανάγνωση έχει ένα όριο, ένα κατώφλι, που μόλις το περάσει είναι αναγκασμένη να μεταπηδήσει στο έδαφος της άλλης εκδοχής. Η αντίφαση γίνεται φανερή αν υποθέταμε , σε ένα φανταστικό σενάριο, ότι η κάθε εξήγηση ήταν η μοναδική και γινόταν αποδεκτή από όλους. Τότε αυτόματα θα κατέρρεε ως μοναδική κατανόηση της συγκυρίας, γιατί στον μέλλοντα χρόνο αναγκαστικά θα εισήγαγε την αντίθετη της. Αν η κρίση είναι αυστηρά οικονομικά , έστω και αν όλοι πειστούμε για αυτό, τότε η οικονομική αναδιάταξη προϋποθέτει υπερπολλαπλάσιες ανατροπές στην σφαίρα της ηθικής. Αν η κρίση είναι ηθική αλλά και αν όλοι πειστούμε για αυτό, θα χρειαστεί αμέσως να πάρουμε μέτρα συγκεκριμένα και απτά.
Από αυτή την ιδιότροπη ισορροπία των αναγνώσεων, προκύπτει μια ελπίδα.
Μάλλον κανείς δεν είναι σε θέση να «τραβήξει» στα άκρα την ανάλυση του και να επωμισθεί και τις συνέπειες της ,έτσι λοιπόν η λύση της κρίσης μάλλον θα έρθει χωρίς να μπορούμε να την κατανοήσουμε, χωρίς να της βάλουμε μια ετικέτα. Φαίνεται πως η υπαρκτή κοινωνία των πολιτών, θα δραπετεύσει από τις ταξινομήσεις , και θα αναζητήσει ταυτόχρονα και τις πρακτικές ρυθμίσεις και τις νέες αξίες. Και προφανώς η κοινωνία έχει μεγαλύτερη φαντασία από τους μελετητές της.